|
Σπάνια μέσα από τις
σελίδες του περιοδικού μας,
προτρέπουμε τους αναγνώστες να μας
διαβάσουν και ακόμα σπανιότερα να
μας προσέξουν περισσότερο από όσο
πρέπει. Αισθάνομαι όμως την ανάγκη να
το κάνω με τούτη τη συνέντευξη που
ακολουθεί.
Και να απαριθμήσω
τους λόγους :
-
Μιλά ένας μέσος
Έλληνας, ετών περίπου σαράντα, που
βίωσε τη χώρα όταν ήταν στα
σπάργανα ο ορισμός «αναπτυσσόμενο
κράτος».
-
Μιλά ένας
καλλιτέχνης, όπως καλλιτέχνες
νιώθουν σίγουρα εκατομμύρια
συμπατριωτών μας, που όμως δεν
ασχολούνται επαγγελματικά.
-
Μιλά ένας
γενναίος δημιουργός, που το
σημαντικό του κατόρθωμα είναι να
ζει και να βγάζει χρήματα κάνοντας
αυτό που βγαίνει από την ψυχή του.
-
Μιλά ένας
άνθρωπος που δε ζει στο Ψυχικό, που
δεν έχει βίλα στην Εκάλη, και που
δεν μας πλήρωσε να τον
διαφημίσουμε.
-
Οι ερωτήσεις
είναι ανεπιτήδευτες και οι
απαντήσεις απροετοίμαστες και
αφιλτράριστες.
-
Ένας Πειραιώτης
γέννημα θρέμμα που δεν ζητά τίποτα
απολύτως, ίσως γιατί το πάλεψε και
απολύτως μοναχός του.
Γράφοντας τα
παραπάνω, απομαγνητοφωνώντας τη
συνέντευξη που ακολουθεί, σκεπτόμουν,
ποια άραγε να είναι η κατά απόλυτη
τιμή έννοια του «διανοούμενου» και
γιατί αυτός να πρέπει να μας είναι
γνωστός.
Μου φαίνεται, πως
έχοντας για κριτήριο «τη γαλήνη στο
πράττειν και γίγνεσθαι» θα ψάχνω να
βρίσκω ανθρώπους να τα λέμε και στη
συνέχεια να περνάω την κουβέντα μας
στις Δημιουργίες μας. Τούτες τις
μέρες που ο «άνεμος μας κυνηγά, μας
κυνηγά»…
|
Ποια είναι η
ιδιότητά σου;
Α.Μ. Η κύρια και η
βασική ιδιότητά μου είναι η
Σύνθεση. Σύνθεση μουσικής. Πέρα
από αυτό απασχολούμαι και σαν
μουσικός, σαν Οργανοπαίκτης
δηλαδή.
Οργανοπαίκτης;
Α.Μ. Δεν είναι
κακό να λέγεται κάποιος
Οργανοπαίκτης, άλλωστε κατ’ εμέ
για να θεωρηθεί κάποιος συνθέτης
είναι απαραίτητη προϋπόθεση αυτή.
Τι εννοείς «είναι
απαραίτητη προϋπόθεση»;
Α.Μ. Τι θέλω να πω
μ’ αυτό; Στην Ελλάδα έχει βγει μία
γενιά συνθετών η οποία δεν έχει
καμία σχέση με τη μουσική, διότι
δεν ξέρουν να παίζουν κανένα
όργανο ή κουτσοπαίζουν κάτι λίγο.
Κάποιοι απ’ αυτούς γράφουν καλά
τραγούδια, έχω ακούσει μερικά,
αλλά συνήθως είναι λειψά. |
 |
Πότε ξεκίνησες
επαγγελματικά;
Α.Μ. Επαγγελματικά
ξεκίνησα το 1977. Θυμάμαι ήταν στην
Πλάκα στο «Σούσουρο», γνωστό και μη
εξαιρετέο. Το «Σούσουρο» ήταν ένας
πυρήνας απίστευτος εκείνης της
εποχής. Σ’ αυτή τη δουλειά ήταν μία
κιθάρα, που έπαιζα εγώ, ήταν ο Θάνος ο
Ανδριανός, ένας παλιός τροβαδούρος
και η Αλίκη Καγιαλόγλου.
Μίλησέ μου για τη
Μουσική. Πως αποφάσισες να
ξεκινήσεις με τη Μουσική;
Α.Μ. Λάθος. Δεν το
αποφασίζεις, έρχεται μόνο του αυτό,
είναι ανάγκη. Το να κάνεις μουσική
δεν το διαλέγεις σε διαλέγει, σε
διαλέγει μόνη της η μουσική. Τι εννοώ:
δεν είναι εργασία, δεν είναι δουλειά,
είναι εσωτερική ανάγκη το να κάνεις
μουσική, δεν μπορείς να ξεφύγεις.
Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν
μπορεί κάποιος να τα καταφέρει σε
άλλους τομείς. Κατά καιρούς
καταπιάνομαι και με άλλα πράγματα,
ερασιτεχνικά βέβαια και όποτε μπορώ.
Τι ακούσματα είχες
εκείνη την εποχή;
Α.Μ. Δεν είχα
καθόλου ακούσματα. Ο λόγος ήταν ότι
ξεκίνησα πολύ μικρός, σε ηλικία μόλις
4 χρονών, οπότε όπως καταλαβαίνεις
δεν τίθεται θέμα ακουσμάτων σε αυτή
την ηλικία.
 |
Αργότερα, στην
εφηβεία, Ελληνική μουσική άκουγες;
Α.Μ.
Μεγαλώνοντας, κυρίως στην εφηβεία,
όπου χαρακτηρίζεται ο εγκέφαλος
από τα ακούσματα, ζωγραφίζεται εν
ολίγοις, δεν μεγάλωσα με το
ραδιόφωνο, αν είναι αυτό που
θέλεις να ακούσεις. Τον
Καζαντζίδη, την Χαρούλα Αλεξίου
δεν τους άκουγα καθόλου. Δεν είχα
ακούσει καθόλου Λαϊκή Μουσική
περίπου μέχρι και τα τριάντα μου.
Δεν υπήρχε
κάποιος τραγουδιστής ή κάποιο
κομμάτι που να σου άρεσε, να το
έχεις ακούσει έστω;
Α.Μ. Να σου πω.
Δεν είχα ιδέα τι ήταν αυτό το
πράγμα που λεγόταν Ελληνική
Μουσική, παρά μόνο σε κάποιες
τηλεοράσεις, ξέρεις στα κανάλια
ΕΡΤ1 και ΕΡΤ2 που υπήρχαν τότε,
αλλά όχι ιδιαίτερα γιατί δεν μου
άρεσε κάτι. Το μόνο που θυμάμαι
και μου άρεσε πολύ και τότε που
μου είχε κινήσει την περιέργεια
από Ελληνική μουσική γενικά, ήταν
ο Ξυλούρης τον οποίο και θαύμαζα
καθώς επίσης και ο Μπάλος του
Σαββόπουλου. |
Άρα λοιπόν πάμε σε
άλλους μουσικούς ορίζοντες στα
χρόνια της εφηβείας σου. Έτσι δεν
είναι;
Α.Μ. Ουσιαστικά ναι.
Τα ακούσματα που είχα εκείνη την
εποχή ήταν τα ξενόφερτα, εντός
παρένθεσης, με το παγκόσμιο κίνημα
της ΡΟΚ, το οποίο περιείχε όλα αυτά τα
στοιχεία που ταίριαζαν και στην
προσωπικότητά μου και στην ηλικία
μου .
Τι εννοείς μ’ αυτό
που λες «στοιχεία»;
Α.Μ. Να σου πω.
Υπήρχαν στοιχεία ενωτικά. Το μήνυμα
ήταν ενωτικό. Όλοι κατοικούμε στον
ίδιο πλανήτη. Το άκουσμα ήταν δυνατό,
άρα μπορούσε να αντιπροσωπεύσει έναν
νέο με τόση μεγάλη ένταση όση είχα
εγώ μέσα μου εκείνα τα χρόνια.
Υπήρχαν στοιχεία άκρως επαναστατικά
ως προς τα κοινωνικά δρώμενα. Επίσης
εμπεριείχε μία Ελευθερία σε επίπεδο
σχέσεων των δύο φύλλων…. Όλα αυτά
ήταν που με τράβηξαν και με το όργανο
στο χέρι, το όργανό μου φυσικά όπως
ξέρεις είναι η κιθάρα, ξεκίνησα.
Μίλησέ μου λίγο για
την Ελληνική μουσική.
Α.Μ. Το 98% της
Ελληνικής μουσικής, της Λαϊκής
μάλλον Ελληνικής μουσικής από
γενέσεως και του Ρεμπέτικου αργότερα
και του Έντεχνου, που εκείνα τα
χρόνια είχε ξεκινήσει και
δημιουργιόταν, δεν είχε κανένα
ενδιαφέρον παικτικά. Ήταν πολύ ωραία
τραγούδια, πολύ ωραίοι στίχοι αλλά
από μουσική, συγχώρεσέ με γι’ αυτό
που θα πω, δεν είχαν κανένα
ενδιαφέρον, κανένα. Το ένα ήταν
ξεπατικοσούρα του άλλου, όπως φυσικά
είναι και μέχρι σήμερα. Δεν
εμπεριείχαν ψυχή μουσικά, περιείχαν
ψυχή ερμηνευτικά από τους
τραγουδιστές.
Δεν υπήρχαν κάποια
έργα Συνθετών που ξεχώριζαν;
Α.Μ. Βέβαια.
Ξεχωρίζω κάποιες μεμονωμένες
περιπτώσεις έργων όπως είναι του
Μίκη, του Μάνου Χατζιδάκι, τα οποία
δεν έφταναν στα αυτιά μου τότε, δεν
ήξερα καν ότι υπήρχαν. Ο Μίκης ήταν
απαγορευμένος τα χρόνια που εγώ
μεγάλωσα, δεν μπορούσα να βρω κανένα
από τους δίσκους του. Άρα λοιπόν δεν
γνώρισα αυτούς τους Συνθέτες και
ούτε υπήρξε κάποιος να μου πει «κοίτα
τι έγραψε ο Μίκης, για παίξε το να
δεις σου αρέσει», ένα ρε ματζόρε από
την αρχή ως το τέλος, ε καλημέρα.
Άρα λοιπόν πού
καταλήγεις;
Α.Μ. Μηδέν έρευνα,
μηδέν προσωπικότητα, μηδέν τέχνη
ουσιαστικά. Όλα για τον λόγο ήταν
εκείνη η εποχή. Εγώ όμως, ο
οποιοσδήποτε εγώ, που θέλει να μπει
βαθιά σ’ αυτό που λέγεται μουσική,
πρέπει να αδιαφορεί πλήρως για το
λόγο. Οφείλει να ερευνήσει το σύμπαν,
οφείλει να ερευνήσει την ψυχή του
αλλά χωρίς λόγια. Άλλωστε η μουσική
είναι όλα αυτά.
Για το τραγούδι, τον
λόγο όπως είπες;
Α.Μ. Τώρα το επίπεδο
τραγουδιού, δεν θέλω να φανεί ότι
σνομπάρω τα τραγούδια, ίσα – ίσα τα
αγαπάω και εγώ τα λέω. Μάλιστα μπορώ
να σου πω ότι όταν έχω κανένα νταλκά,
καμιά στεναχώρια, τραγούδι θα παίξω
τις περισσότερες φορές και ομολογώ
ότι αισθάνομαι και όμορφα όταν γράφω
τραγούδια, αλλά δεν είναι μόνο αυτό.
Μίλησέ μου για τον
Πειραιά. Εδώ δεν μεγάλωσες;
Α.Μ. Εδώ γεννήθηκα,
εδώ μεγάλωσα και δεν σκοπεύω να φύγω.
Μ’ αρέσει… Μ’ αρέσει η γειτονιά,
γιατί περί γειτονιάς πρόκειται, δεν
είναι συνοικία…
Μιλάς για όλο τον
Πειραιά;
Α.Μ. Όχι φυσικά.
Μιλάω για εδώ που μένουμε. Θα σου πω
και κάτι άλλο. Ενεργειακά είναι μία
από τις πάρα πολύ καλές περιοχές. Έχω
ταξιδέψει σε πάρα πολλά μέρη. Θα τα
πούμε και αργότερα αυτά… Για να
καταλάβεις έχω γυρίσει το 90% του
πλανήτη. Εδώ στην Ελλάδα έχω πάει
παντού και στο πιο μικρό χωριό. Όλα
αυτά τα χρόνια λοιπόν απέκτησα μία
πείρα να μπορώ να καταλαβαίνω ποιοι
τόποι μου κάνουν για να παίξω
καλύτερα, να αισθανθώ καλύτερα, να
επικοινωνήσω με το Σύμπαν καλύτερα,
βρε αδελφέ, να γίνει ένα αλισβερίσι
τέτοιου είδους. Κατέληξα ότι αυτή εδώ
η γειτονιά έχει ιδιαιτέρως θετική
ενέργεια.
Μήπως τα λες όλα
αυτά για τη γειτονιά επειδή μένεις
εσύ εδώ;
Α.Μ. Όχι.
Επαληθεύεται και με κάτι ακόμη. Δεν
ξέρω αν γνωρίζεις, αλλά στο ευρύτερο
τετραγωνικό χιλιόμετρο, δηλαδή στα
τέσσερα – πέντε – δέκα στενά, εδώ
γύρω από τη γειτονιά αυτή, κατά
καιρούς έχουν μείνει πολλοί άνθρωποι
των Τεχνών και ιδιαίτερα πάρα πολλοί
συνθέτες.
Μπορείς να μου πεις
κάποια ονόματα, έτσι για την ιστορία;
Α.Μ. Φυσικά. Για
τέσσερα χρόνια ο Μίκης Θεοδωράκης
έμενε στη Θεάτρου, έχει μείνει ο
Μάνος Χατζιδάκις στο τέρμα της
Δεληγιώργη, έχει μείνει ο Τσιτσάνης,
ο Χιώτης, ο Μπαγιαντέρας. Βλέπεις
λοιπόν ότι πολύ μεγάλα ονόματα
έμεναν σ’ αυτή τη γειτονιά. Στην
περίπτωση των ρεμπετών, δεν το συζητώ,
ήταν όλοι εδώ. Επίσης και από τους
μετέπειτα Λαϊκούς συνθέτες, ένα πολύ
μεγάλο μέρος τους έμεναν και έγραψαν
εδώ.
Δηλαδή ;
Α.Μ. Δηλαδή, σκέψου
ότι αν πούμε στα χρόνια, έστω τα
μεταπολεμικά και μέχρι το 1965 το
ποσοστό των συνθετών που έμεναν εδώ,
άρα έγραφαν και εδώ που έχει σαν
συνέπεια το σύνολο της λεγόμενης
καλής Ελληνικής Μουσικής, κάτι γύρω
στο 90%, να έχει γραφτεί σ’ αυτά τα
λίγα μέτρα. Άρα λοιπόν, φίλε Μανόλη,
ενεργειακά είναι ένας υπέροχος χώρος.
Μίλησέ μου για τα
Λυκειακά χρόνια.
Α.Μ. Εγώ έβγαλα
κλασσικό Λύκειο. Το Έκτο Μικτό της
Καστέλας. Δόξα το Θεό κάναμε Ελληνική
Γραμματεία αρκετά και την κάναμε
μάλλον με ένα καλό τρόπο. Πάντα
ζητούσαμε κείμενα με περισσότερο
ενδιαφέρον. Όπως φαντάζεσαι, τα
κλασσικά όπως το Κύρου Ανάβασις, ο
Όμηρος, μας ήταν τελείως αδιάφορα.
Σημείωσε δε, ότι από το Έκτο Μικτό
Καστέλας και μάλιστα στη δική μου
γενιά, βγήκαν πάρα πολλοί άνθρωποι οι
οποίοι ακολούθησαν τον δρόμο των
τεχνών. Ένα ποσοστό 50% έγιναν
καλλιτέχνες.
Πες μου σε παρακαλώ
κάποια ονόματα.
Α.Μ. Ήταν ο Γιάννης
Νικολάου από τους Λαθρεπιβάτες, ο
Αλέξανδρος Πέπαλες επαγγελματίας
κιθαρίστας, ο Άκης Τουρκογιώργης,
ήταν επίσης ο Γιάννης Σπάθας, ο
Αντώνης Τουρκογιώργης, ο
Μπουκουβάλας ο ντράμερ, ήταν ο Σπύρος
Δρόσος ο ηθοποιός, ήταν ο ζωγράφος
Βακιρτζής. Όπως καταλαβαίνεις ήταν
πάρα πολύς κόσμος που κανένας από
εμάς δεν γούσταρε με τίποτα όλα τα
στημένα κείμενα που ήθελαν να μας
διδάξουν. Εμείς θέλαμε πιο
ουσιαστικά πράγματα, κοντράραμε πολύ.
Κοντράραμε και με το κράτος και με
την εκκλησία. Αυτό για μας ήταν
Ενδιαφέρον.
Ο κόσμος πως το
δεχόταν όταν άκουγε ότι ο Αντώνης ο
Μιτζέλος ασχολείται με τη Μουσική; Οι
φίλοι σου, οι γνωστοί σου, η γειτονιά;
Α.Μ. Όλοι υπέθεταν
ότι πρόκειται περί ενός καλού χόμπι,
φυσικά περίμεναν μεγαλώνοντας να βρω
μια δουλειά. Θυμάμαι πάντα με
ρωτούσαν πότε θα κάνω και εγώ κάτι.
Παρόλα αυτά νιώθω μάλλον πολύ
τυχερός, μπορώ να σου ομολογήσω. Αν η
μουσική θεωρηθεί δουλειά, ξεκίνησα
από πάρα πολύ μικρός και δεν έβαλα
ούτε μία φορά νερό στο κρασί μου που
λένε, έκανα πάντα αυτό που ήθελα.
Ακόμα και στην δισκογραφία ξεκίνησα
πολύ νωρίς, μόλις Δεκαοκτώ χρονών
έκανα τον πρώτο μου δίσκο, ο οποίος
μάλιστα κυκλοφόρησε σ’ όλο τον κόσμο
κατευθείαν. Μετά όπως καταλαβαίνεις
τα πράγματα πήραν τον δρόμο τους.
Επαναστάτης δίχως
όρια δηλαδή;
Α.Μ. Ακόμα το φέρω
και το διαδηλώνω παγκόσμια. Η αγωνία
που έχω και όλοι οι αγώνες είναι για
τις θέσεις και τις απόψεις μου περί
κοινωνίας, περί σχέσεων και περί
μουσικής. Μάλλον, ποια πρέπει να
είναι η πραγματική χρήση της
Μουσικής.
Όταν λες σχέσεις τι
εννοείς;
Α.Μ. Εννοώ τις
προσωπικές σχέσεις, στο επίπεδο
συνομιλίας δύο ανθρώπων.
Και τις
διαπροσωπικές εννοείς;
Α.Μ. Φυσικά. Μεταξύ
φίλων και μεταξύ αγνώστων. Το
παιχνίδι παίζεται κυρίως μεταξύ
αγνώστων και το επίπεδο Πολιτισμού
χαρακτηρίζεται από αυτό.
Φίλους εύκολα
κάνεις;
Α.Μ. Ιδιαίτερα, αλλά
φίλους με την έννοια του γνωστού, να
βγούμε, να μιλήσουμε, να ταξιδέψουμε.
Οι αδελφικοί φίλοι και αυτό που θα πω
είναι επαληθευμένο, τους γνωρίζουμε
στα μικρότερά μας χρόνια, άντε και
μέχρι τα χρόνια του στρατού. Αυτές οι
φιλίες είναι πραγματικές. Θα σου
αναφέρω ένα παράδειγμα. Έχω φίλο που
μεγαλώσαμε μαζί, έχει φύγει βέβαια
από την γειτονιά τώρα, μένει βόρεια
προάστια, καλά είναι και εκεί, με τον
οποίο παραμένουμε φίλοι. Είναι τόσο
καλός φίλος που όταν μετά από δύο
χρόνια που είχαμε να βρεθούμε,
μιλήσαμε και αλλάξαμε τα νέα μας,
είναι σημαντικό για μένα αυτό που θα
σου πω, δεν του είπα τίποτα για την
δουλειά μου, δεν μου είπε τίποτα για
την δουλειά του, δεν είπαμε τίποτα
για τα καινούργια αυτοκίνητά μας, για
τα καινούργια σπίτια μας
|
Για τι μιλήσατε;
Α.Μ. Να σου πω.
Είπαμε πως ζεις, πως περνάς, τι
κάνεις, τι αισθάνεσαι, θυμάσαι
τότε εκείνο, στο τέλος είπαμε να
πάμε για κανένα κρασί.
Τι είναι για
σένα σημαντικό σε μία φιλία;
Α.Μ. Θα συνεχίσω
να μιλάω για αυτόν τον άνθρωπο και
σου ζητώ συγνώμη, ίσως σε κουράζω,
αλλά στο τέλος θα καταλάβεις.
Σκέψου ότι δεν είχε ιδέα ότι έχω
κάνει κάποια πράγματα στο
εξωτερικό που πάντα
ονειρευόμουνα και πάντα τα ήθελα,
δεν είχε ιδέα καν ότι είχα κάνει
το δίσκο του Γιάννη Κότσιρα που
θεωρήθηκε μία επιτυχία, νομίζω
ότι δεν τον ενδιέφερε κιόλας,
γιατί δεν ήθελε να είναι φίλος μου
γι’ αυτό το λόγο. Αυτό λοιπόν
είναι σημαντικό για μένα!! |
 |
Μίλησέ μου για τα
συγκροτήματα της εποχής εκείνης.
Α.Μ. Κοίταξε, τα
συγκροτήματα τα ξεκίνησα πάρα πολύ
νωρίς. Θυμάμαι από την Πρώτη
Γυμνασίου είχα γκρουπ. Ήταν η μόδα
της εποχής, το must δηλαδή. Για να
καταλάβεις ο οποιοσδήποτε έπαιζε ένα
όργανο έπρεπε να είχε κι ένα γκρουπ.
Υπήρχανε εκατοντάδες συγκροτήματα
εκείνη την εποχή. Προσωπικά, είχα την
τύχη, στο Έκτο Γυμνάσιο το μικτό της
Καστέλας να έχω έναν ιδιαιτέρως
φιλόμουσο Διευθυντή τον κο Αρβανίτη,
ο οποίος μας ωθούσε προς αυτήν την
κατεύθυνση και μάλιστα θυμάμαι μας
βοηθούσε και πάρα πολύ.
Τι εννοείς σας
βοηθούσε;
Α.Μ. Να σου πω. Μας
είχε δώσει το χώρο του Θεάτρου του
σχολειού για να μπορούμε να κάνουμε
τις πρόβες μας. Εμείς το χωρίσαμε
θυμάμαι ανά δύο ώρες σε όλα τα γκρουπ
του σχολείου, πηγαίναμε και παίζαμε
με κοινά όργανα. Κάθε Κυριακή πρωί
κάναμε και συναυλίες στους
Κινηματογράφους της περιοχής. Από το
«Χάι-Λάιφ» με τον Κινηματογράφο «Βαρβάρα»
στα Καμίνια που έπαιζε τσόντα.
Μάλιστα Θυμάμαι περιπτώσεις, εμείς
πάνω στο νεανικό ενθουσιασμό μας του
να παίζαμε όσο περισσότερο
μπορούσαμε, να περνά η ώρα και να
έρχονται οι τσοντάκηδες να φωνάζουν,
αλλά εμείς συνεχίζαμε να παίζουμε.
Μετά τα χρόνια του
Γυμνασίου τι έκανες;
Α.Μ. Κάποια στιγμή
δημιούργησα μαζί με τον Λαυρέντη
Μαχαιρίτσα τους PLG BAND, ήταν το 1978.
Μόλις τελείωσα το Λύκειο, δηλαδή το
1979 μπήκαμε στο στούντιο κάναμε μία
ηχογράφηση με δικά μας έξοδα,
ανεξάρτητη παραγωγή. Ξέρεις ήταν
μονόδρομος τότε, οι εταιρείες δεν
παίρνανε γκρουπ, γι’ αυτό αγοράσαμε
ένα Ντεσεβό, το ζωγραφίσαμε μόνοι μας
και οι τέσσερις όπως είμαστε, PLG BAND
φύγαμε για Ευρώπη…Χωρίς προορισμό.
Φαίνεται να έχεις
πάρα πολλά να πεις για αυτά τα χρόνια
της ζωής σου!
Α.Μ. Ναι. Ταξιδέψαμε
περίπου δεκαεπτά μήνες. Φύγαμε για
Ευρώπη ένα χρόνο και μέναμε λίγες
μέρες σε κάθε πόλη. Αυτό το κάναμε για
να δούμε ποια μας ταιριάζει και που
θα βρούμε την ευκαιρία. Παράλληλα
παίζαμε στα διάφορα Κλαμπ για να
μπορέσουμε να ζήσουμε κιόλας. Αυτό
ήταν μία εμπειρία απίστευτη, τι θέλω
να πω, αν δεν πατάς στα πόδια σου και
δεν είσαι λίγο ξύπνιος βρίσκεσαι
σφαγμένος σε κάποιο πεζοδρόμιο…
Συνέχισε…
Α.Μ. …Εμείς
πηγαίναμε, φυτοζωούσαμε βέβαια αλλά
τα καταφέρναμε και τελικά δουλέψαμε
σχεδόν σε όλη την Ευρώπη, σχεδόν σε
όλες τις πόλεις και ακόμη δεν ήμουν
είκοσι χρονών. Αυτό λοιπόν με
θωράκισε και με ξύπνησε στη ζωή, μ’
έμαθε πώς δουλεύει το πράγμα.
Αργότερα είχαμε μία
γνωριμία στο Παρίσι με τον Βαγγέλη
Παπαθανασίου ο οποίος μας βοήθησε
πάρα πολύ. Μας πήγε στη Γαλλική τότε
Polygram, αλλά δυστυχώς από την στιγμή
που τα πράγματα άρχιζαν να πηγαίνουν
καλά και εννοώ ότι μάλλον είχαμε μία
δισκογραφική εταιρεία πίσω μας,
μπήκε ένας προγραμματισμός
εμφανίσεων, ο οποίος ήταν κυρίως για
promo, για promotion, δηλαδή για να γίνει
γνωστό το όνομα, αλλά αυτοί δεν είχαν
λεφτά, εμείς επίσης δεν είχαμε άλλους
πόρους. Θα μου πεις βέβαια γιατί. Κατ’
αρχάς στο Παρίσι μείναμε περίπου
πέντε μήνες, δεν είχαμε σπίτι, μέναμε
στο παγκάκια και στις πλατείες, μας
κυνήγαγαν και οι μπάτσοι, έτσι λοιπόν
αναγκαζόμασταν κάθε βράδυ να
αλλάζουμε χώρο. Φαντάσου λοιπόν
πέντε μήνες χωρίς μία, ήταν πάρα πολύ
δύσκολα. Τελικά αποφασίσαμε να
γυρίσουμε Ελλάδα. Ο δίσκος βγήκε
βέβαια στο εξωτερικό, πήγε μάλιστα
πάρα πολύ καλά.
Ποιος δίσκος ήταν;
Α.Μ. Ήταν ο PLG
ΑΡΜΑΓΕΔΩΝ. Ο πρώτος δίσκος ο οποίος
πουλάει ακόμα στο εξωτερικό
ιδιαίτερα στην Αμερική και στην
Γερμανία. Έχει πουλήσει γύρω στο
1.800.000 αντίτυπα στο εξωτερικό και 600.000
αντίτυπα στην Ελλάδα. Θεωρείται
μάλιστα συλλεκτικός. Το βινύλιο αυτή
τη στιγμή στο Λονδίνο, αν το βρεις,
έχει γύρω στις 400.000 δραχμές. Εδώ θέλω
να αναφέρω ότι είναι ο πρώτος δίσκος
παγκόσμια που αναφέρει τη λέξη «οικολογία»,
επίσης λέει ότι πρέπει να αλλάξει ο
πολιτισμός μας, γιατί ο δρόμος που
ακολουθούμε είναι καταστροφικός.
Μιλάς για «οικολογία»,
μία Ελληνική λέξη. Στο εξωτερικό που
έχει τις περισσότερες πωλήσεις, ο
δίσκος τι απήχηση είχε;
Α.Μ. Για την απήχηση
σου είπα προηγουμένως. Τώρα κοίτα,
τότε οι Ευρωπαίοι όντως δεν ήξεραν τι
σημαίνει η λέξη επειδή είναι και
Ελληνική. Ίσως κάποιοι, πολύ λίγοι
Ευρωπαίοι μορφωμένοι να κατάλαβαν τι
σημαίνει η λέξη. Χρησιμοποιώ τη λέξη
«μορφωμένος» γιατί στην Ευρώπη αν
μιλάς μόνο αγγλικά, γαλλικά,
γερμανικά θεωρείσαι βάρβαρος. Αυτή
δεν είναι δική μου άποψη, είναι άποψη
των Ευρωπαίων των Λογίων μάλιστα. Για
να καταλάβεις, στο Λόγιο κύκλο της
Ευρώπης δεν μπορείς να κατανοήσεις
βασικές αρχές της ζωής σ’ αυτό τον
πλανήτη αν δεν μπορείς να μιλήσεις
Ελληνικά.
Είναι η αρχή και το
τέλος αυτό!!!
Μετά γυρνάτε εδώ
στην Ελλάδα.
Α.Μ. Επιστρέφουμε
λοιπόν στην Ελλάδα και αποφασίζουμε
να μείνουμε, γουστάραμε να
δουλέψουμε εδώ. Βλέπεις είχαμε την
εμπειρία του τι είναι να δουλεύεις
στην Ευρώπη ή καλύτερα να ζεις μάλλον
στην Ευρώπη, όπου δεν μας άρεσε και
πήραμε την απόφαση αυτή. Όλες τις
αγωνίες που είχαμε και την εμπειρία
την μέχρι τότε, είπαμε να κάνουμε
Ελληνικό τραγούδι. Γράφτηκαν οκτώ
δίσκοι με τους Τερμίτες που
επίκεντρό τους είχαν τις σχέσεις των
ανθρώπων, κοινωνικές, ερωτικές, και
την ζωή σε μία πόλη σαν την Αθήνα.
Αυτό εξέφραζαν οι Τερμίτες ως θέση
και ως άποψη.
Πως σας
αντιμετώπιζαν;
Α.Μ. Στην αρχή μας
αντιμετώπιζαν σαν ένα καινούργιο Ροκ
συγκρότημα. Εμείς φυσικά δεν το
δεχτήκαμε ποτέ, το αντικρούσαμε και
δηλώσαμε εκείνη την εποχή ότι κάναμε
Σύγχρονο Ελληνικό τραγούδι. Είμαστε
το πρώτο συγκρότημα που έκανε αυτό το
πράγμα…
Μίλησε μου για τους
Τερμίτες.
Α.Μ. Η παρέα μας είχε
επίσης μία πρωτιά κάπου! Δεν ήταν
απλά μουσικοί που έπαιζαν τα
τραγούδια τους, ήταν όλοι συνθέτες.
Αυτό βέβαια ξέρεις, απεδείχθη
περίτρανα. Αργότερα, όλοι συνέχισαν
να γράφουν τραγούδια. Η ιστορία με
τους Τερμίτες δεν μας άφησε πολλά
λεφτά παρά μόνο τα τελευταία χρόνια,
δηλαδή το 1987 – 1988 – 1989. Μέχρι να μας
αναγνωρίσουν, όχι μόνο εμάς, αλλά και
το είδος της μουσικής, περάσαμε πολύ
δύσκολα. Βλέπεις δεν υπήρχαν και οι
χώροι να δουλέψουμε, μαγαζιά, στέκια.
Μίλησέ μου για τη
μουσική που κάνατε.
Α.Μ. Κάναμε όπως σου
είπα Σύγχρονο Ελληνικό Τραγούδι. Οι
Τερμίτες παρέδωσαν αυθεντικό έργο
και ήχο, σ’ άλλα επίπεδα απ’ αυτά που
ο κόσμος μπορεί να λέει ότι κάνει ένα
Ροκ συγκρότημα. Πώς να στο πω, εμείς
δεν είχαμε καμία σχέση με τα Ξύλινα
Σπαθιά ή τις Τρύπες, Είχαμε ένα
διαφορετικό Όραμα, θέλαμε να έχουμε
έναν ήχο που να πατάει στην Ελληνική
μουσική, να πάρει όλα τα στοιχεία που
είχε η φρέσκια Δυτική μουσική της
εποχής και να τα ενσωματώσει στη
δικιά μας, κάτι που συνέβαινε πάντα.
Τι εννοείς «συνέβαινε
πάντα»;
Α.Μ. Οι Έλληνες
συνθέτες πάντα το έκαναν. Σου αναφέρω
το Χιώτη, το Μάνο Χατζηδάκι, το Μίκη
Θεοδωράκη, θα σου πω και ένα πιο απτό
παράδειγμα μετά και είμαι σίγουρος
ότι θα καταλάβεις τι θέλω να πω…
Θυμάμαι τότε μας κατηγόρησαν ότι δεν
χρησιμοποιούμε την Ελληνική
Παράδοση. Εμείς δεν το δεχτήκαμε ποτέ
αυτό, διότι αν αναλύσεις τη μουσική
που παραδώσαμε με τους δίσκους των
Τερμιτών είναι ένα πάρα πολύ καλό
στοιχείο, αν μπορώ να το πω έτσι, για
το ποια ήταν η πραγματική Ελληνική
μουσική σε επίπεδο Αρμονίας, σε
επίπεδο Κλίμακας και Εναρμόνισης…
Γιατί όμως μου
μίλησες για τους Έλληνες συνθέτες; Τι
σχέση έχουν αυτοί;
φαντάσου αν όλοι
αυτοί οι μουσικοί, έκαναν αυτό που
μας έλεγαν τότε οι δημοσιογράφοι
όταν ξεκινούσαμε με τους Τερμίτες, το
Ρεμπέτικο δεν θα υπήρχε!!! Σε κούρασα
αλλά τελειώνω, εδώ και είκοσι χρόνια
συμβαίνει αυτό που είχε πει σε μία
κοινή συνέντευξη που είχαμε με τον
Λαυρέντη Μαχαιρίτσα. Πρέπει να ήταν
στο Έθνος ή στην Ελευθεροτυπία. Είχε
πει, «τώρα μας κοροϊδεύετε και μας
βρίζετε, επειδή γράφουμε μουσική μ’
αυτό τον τρόπο, να θυμάστε ότι μετά
από πάρα πολλά χρόνια όλα τα
τραγούδια θα γράφονται έτσι, σαν τη
διαφήμιση της Seiko», δηλαδή κατά τον
ίδιο τρόπο, αυτό είχε πει ο χοντρός.
Πώς βγαίνει προς τα
έξω το καλό Ελληνικό Τραγούδι;
Α.Μ. Αυτό που όλοι
θεωρούν, καλό Ελληνικό τραγούδι,
είναι αυτό που παράγεται, βγαίνει
ποιο σωστά στο κόσμο μέσω
τραγουδιστών. Δυστυχώς βέβαια και
αυτό γιατί οι πραγματικοί δημιουργοί,
συνθέτες, δεν φαίνονται πουθενά. Αυτό
είναι ένα άλλο θέμα συζήτησης, μεγάλο.
Βλέπεις ότι οι δίσκοι των πολύ
γνωστών τραγουδιστών ακολουθούν
αυτή τη γραμμή, η Χαρούλα Αλεξίου, ο
Γιώργος Νταλάρας, η Ελευθερία
Αρβανιτάκη, η Πρωτοψάλτη, ο Πέτρος
Γαϊτάνος, όλοι κάνουν ακριβώς το ίδιο
πράγμα.
Πότε έφτιαξες το
πρώτο σου τραγούδι;
Α.Μ. Το πρώτο
ολοκληρωμένο τραγούδι που είχα
φτιάξει με αρχή, μέση και τέλος, με
δομή δηλαδή ήταν οι Αρκούδες. Αυτό το
τραγούδι αργότερα το έδωσα στον
Νταλάρα, και πήγε πάρα πολύ καλά. Όλα
αυτά έγιναν σε ηλικία έντεκα με
δώδεκα χρονών.
Θέλω να πάμε σε
κάποιους τραγουδιστές, θέλω να μου
πεις για τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου
που για τον κόσμο είναι ένας Ροκ, ένας
επαναστάτης.
Α.Μ. Ο Βασίλης, ο
οποίος είναι και προσωπικός φίλος
κατ’ αρχάς, είναι μία από τις
μεγαλύτερες φωνές που έχουν βγει
ποτέ στην Ελλάδα. Πιστεύω ότι έχει
ακόμα δρόμο μπροστά του, ως
ερμηνευτής μιλώ πάντα, έχει να πει
πολλά πράγματα. Δεν συμφωνώ τη
τελευταία δεκαετία με τις επιλογές
που κάνει. Δηλαδή τα τραγούδια που
διαλέγει να πει, όχι σε επίπεδο λόγου
ή στίχου καλύτερα, σε επίπεδο
μουσικής δεν συμφωνώ απόλυτα. Πάντως
έχει πει πολύ μεγάλα τραγούδια.
Διονύσης Τσακνής.
Α.Μ. Ο Τσακνής είναι
ένας άνθρωπος ο οποίος μπήκε αργά στη
δισκογραφία, ηλικιακά εννοώ. Τραβά το
δικό του δρόμο κι’ αυτός, είναι
συνεργάτης του Λαυρέντη, ο οποίος
Λαυρέντης είναι αδελφός μου. Μέχρι
εκεί, τίποτα άλλο. Δεν έχω να πω κάτι
κακό ούτε κάτι καλό. Ο Διονύσης κάνει
αυτό που κάνει με τον τρόπο που αυτός
έχει επιλέξει. Αυτό!!
Θα μιλήσουμε και
για άλλους μετά. Τώρα θέλω να μου πεις
πως βλέπεις τα πράγματα σήμερα;
Α.Μ. Καλλιτεχνικά;
Και καλλιτεχνικά,
γενικά μίλησέ μου.
Α.Μ. Εάν δεχτούμε
ότι η πνευματική παραγωγή ενός τόπου,
και μιλάω για όλες τις πλευρές
δημιουργίας φτιάχνεται από
δημιουργούς και αν δεχτούμε επίσης
ότι οι δημιουργοί κατά κανόνα είναι
καθρέφτες της εποχής τους, ο καθένας
μπορεί να βγάλει τα συμπεράσματά του.
Εάν δεχτούμε ότι το «καλό» είναι αυτό
που είναι εμπορικό, μπαίνει στα
περισσότερα σπίτια, άρα επηρεάζει
και περισσότερο κόσμο, τότε δεν
χρειάζεται να σου πω εγώ πώς πάει η
τέχνη στην Ελλάδα. Θεωρώ ότι ωθούν
τον κόσμο σε ένα πνευματικό τέλμα.
Για να καταλάβεις
ποιο είναι το σήμερα, μπορώ έτσι
αποχαρακτηρίζοντας όλες τις μορφές
τέχνης να σου πω ότι η πιο «διάσημη»
φωτογραφία για το 2.000 είναι η γυμνή
φωτογράφηση της Βάνας Μπάρμπα στο PLAY
BOY, στο επίπεδο μιας ταινίας του
κινηματογράφου είναι η ‘Χ’ σειρά
που έπαιξε ο ΑΝΤΕΝΑ και ότι το «καλύτερο»
τραγούδι είναι αυτό που έκανε ο Νότης
Σφακιανάκης που έγινε επτά φορές
πλατινένιο, τότε μπορούμε να δούμε τι
επηρεάζει τον κόσμο.
Τέλος. Δεν έχω να πω
τίποτε άλλο.
Αυτή την ισοπέδωση
των πάντων, πως μπορείς να την
πολεμήσεις;
Α.Μ. Κρατώντας τις
αρχές σου, μέσα στον εαυτό σου, μέσα
στο σπίτι σου, μέσα στην οικογένειά
σου και κρατώντας σε ένα καλό επίπεδο
τις σχέσεις με τους φίλους σου και
τους ξένους. Βέβαια θα πρέπει να
προσπαθείς πάντα οι δουλειές που
καταθέτεις να περιέχουν δόση
αλήθειας. Θα μου πεις ότι η «Αλήθεια»
είναι μία «Λέξη», μία «Έννοια» μάλλον
η οποία έχει σβηστεί με γομολάστιχα
από όλο τον πλανήτη και ζούμε σε μία
εποχή όπου έχει καταπολεμηθεί
ασύστολα!!
 |
Η μουσική πως
μπορεί να συνδεθεί με τα παραπάνω;
Α.Μ. Τη μουσική
πλέον τη χρησιμοποιούμε μόνο για
να διασκεδάσουμε. Ακόμα οι
άνθρωποι που θεωρούν τους εαυτούς
τους ψυχαγωγητές κάνουν κακό.
Ξέρεις, όταν μιλάμε για τέχνη
μοιραία πρέπει να πούμε ότι
απευθύνεται κυρίως στο παρόν και
πρέπει να έχουμε δεδομένο ότι
πηγάζει από το παρελθόν. Η τέχνη
σε όλες τις μορφές της πλην του
Κινηματογράφου και της
Φωτογραφίας βλέπουμε να
δημιουργείται για πρώτη φορά εδώ
στη χώρα μας, οριοθετείται στη
χώρα μας, καταγράφεται στη χώρα
μας και θέτοντας όρια και κανόνες
τα οποία σε καμιά μορφή τέχνης δεν
έχουν αλλάξει μέχρι σήμερα. Εδώ θα
αναφερθώ με ένα παράδειγμα, στο
δικό μου χώρο στη μουσική, το
βιβλίο το οποίο έχει γράψει ο
Αριστόξενος και ο Πυθαγόρας στα |
|
Θεωρητικά και
Αρμονικά τους, δεν έχει προστεθεί
ούτε μία γραμμή σε καμία έκδοση.
Υπήρξε ένας Μπαχ, υπήρξε ένας
Μπετόβεν που έκαναν πράγματα,
αλλά που δεν έδωσαν ούτε μία
γραμμή στη θεωρία της μουσικής. Το
βιβλίο που ανέφερα παραπάνω
βλέπουμε να διδάσκεται στα
καλύτερα Πανεπιστήμια του
πλανήτη. Πρέπει λοιπόν να
γυρίσεις πίσω να δεις τις αρχές
και φυσικά όλα αυτά πρέπει να τα
διατηρήσεις. |
Θέλω να
ξαναγυρίσουμε σε κάποια ονόματα. Πες
μου για τον Μάλαμα.
Α.Μ. Ο Μάλαμας είναι
πολύ ιδιαίτερη περίπτωση στο χώρο.
Τον γουστάρω πάρα πολύ. Πρώτον μ’
αρέσουν τα τραγούδια που γράφει, θα
πεις είναι πεσιμιστικά. Σαφώς και
είναι γιατί έτσι αισθάνεται ο
άνθρωπος, δεν μπορεί να είμαστε όλοι
χαρούμενοι, πώς θα γίνει, υπάρχουν
και άνθρωποι δυστυχισμένοι και αυτός
έχει το προνόμιο να μπορεί να το
εκφράσει. Έχει καταφέρει να τραβάει
όλους τους δυστυχισμένους και
μαύρους μαζί του. Ο δεύτερος λόγος
που τον εκτιμώ είναι γιατί τους έχει
όλους χεσμένους, δηλαδή αντί να
διαλέξει να παίξει στο Μετρό που
εμφανίστηκε εφέτος Πέμπτη, Παρασκευή,
Σαββάτο, οπότε θα είχε κόσμο εκ του
ασφαλούς άρα είναι και πετυχημένος,
αυτός προτίμησε Δευτέρα, Τρίτη, αλλά
ήταν πάλι γεμάτος. Τους έχει σπάσει
τα νεύρα. Δεν βγαίνει στην Τηλεόραση,
δίνει σπάνια συνεντεύξεις και πολύ
καλά κάνει φυσικά. Τον εκτιμώ
απεριόριστα γιατί είναι αυθεντικός
Καλλιτέχνης. Κάτι τελευταίο, πιστεύω
ότι δεν τον ενδιαφέρει τον άνθρωπο να
πουλήσει φούμαρα.
Ζερβουδάκης;
Α.Μ. Αξιοπρεπέστατη
περίπτωση για το Ελληνικό τραγούδι.
Έχω δουλέψει με τον Δημήτρη. Γράφει
καλά τραγούδια και έχει κρατήσει
πολύ τίμια στάση. Εκείνο που μου
αρέσει είναι ότι πάντα ψάχνεται ο
Μήτσος. Ψάχνεται πώς θα γίνει
καλύτερος.
Στην αρχή μου είπες
ότι θαύμαζες τον Ξυλούρη, για τον
αδελφό του τον Ψαραντώνη τι έχεις να
πεις;
Α.Μ. Τον έχω
γνωρίσει. Έχουμε παίξει παρέα,
μάλιστα στην Αυστραλία έχω παίξει
και με τον γιο του. Σπουδαίος
εκφραστής της σύγχρονης τάσης,
πρόσεξε όχι της παράδοσης. Γράφει
δικά του πράγματα. Πιστεύω ότι έχει
έναν αρχέγονο τρόπο έκφρασης. Οι
συναυλίες που έκανε στην Γερμανία
και τις παρακολούθησα ήταν
συγκλονιστικές. Είναι ίσως ένα από τα
πιο αυθεντικά και τελευταία ροκ
άτομα του πλανήτη.
Απ’ όσο ξέρω ο
Ψαραντώνης ποτέ δεν υπήρξε
τραγουδιστής. Έτσι δεν είναι;
Α.Μ. Τραγουδάει όμως.
Τραγουδοποιός.
Αν θυμάμαι καλά στο
καλλιτεχνικό στερέωμα βγήκε μετά το
θάνατο του αδελφού του.
Α.Μ. Φυσικά μετά.
Αλλά έπαιζε.
Τι πιστεύεις ότι
τον ώθησε να ξεκινήσει κάτι;
Α.Μ. Η ανάγκη. Αυτόν
τον άνθρωπο απλά τον ανακάλυψαν. Όσο
ζούσε ο αδελφός του, έπαιζε στα
πανηγύρια και στους γάμους που
συνεχίζει και παίζει. Τον Ψαραντώνη
τον γνώρισε πρώτα το εξωτερικό και
μετά η Ελλάδα. Θεωρείται ένα μεγάλο
όνομα στην Ευρώπη, στη λεγόμενη Έθνικ
μουσική.
Κλείνοντας θέλω να
σε ρωτήσω για το περιοδικό, και τι
σημαίνει η λέξη «Δημιουργίες» για
σένα;
Α.Μ. Το περιοδικό
είναι ιδιαίτερα καλοτυπωμένο και τα
κείμενα είναι καλογραμμένα. Αυτά σε
τεχνικό επίπεδο. Από όσο μπορώ να
καταλάβω εκδίδεται για να
επικοινωνήσουν κάποιοι άνθρωποι
μέσα στην Εγνατία Τράπεζα. Είναι καλό
γιατί πρώτον δείχνει την ενότητα των
εργαζομένων. Το θεωρώ πολύ γερό χαρτί
στα χέρια σας. Επίσης έχει στόχο
ξεκούρασης, πίνοντας τον καφέ στο
σαλόνι μου, ενημερώνομαι, χαλαρώνω.
Πιστεύω ότι έχει πετύχει το στόχο του
και καλό θα είναι να συνεχίσει να
υπάρχει. Μ’ αρέσει επίσης γιατί
είναι καλλιτεχνικό, δεν είναι σαν τα
συνηθισμένα περιοδικά των εργατικών
συνδικάτων με τον αγωνιστικό
χαρακτήρα των κειμένων, αδέλφια
ενωθείτε και όλες αυτές τις μπούρδες,
γιατί για μπούρδες πρόκειται.
Εγκρίνω και
επαυξάνω όσον αφορά το περιοδικό,
είναι πάρα πολύ σημαντικό.
Το θέμα «Δημιουργίες»
ως λέξη είναι σύνδεσμος με την
προηγούμενη ερώτηση, δηλαδή το
περιοδικό είναι μία δημιουργία,
περιέχει λόγο, φωτογραφίες, ιδέες οι
οποίες κατατίθενται, άρα είναι
δημιουργία. Δημιουργία για μένα
σημαίνει ανίχνευση ψυχής. Η
δημιουργία κρατάει πάντα λίγα
δευτερόλεπτα και προέρχεται από
προσωπικά βιώματα, αλλά και από
έμπνευση.
Τελειώνοντας θα
ήθελα να συμπληρώσω ότι σίγουρα όλοι
εσείς δημιουργείτε, προτείνετε την
χαλαρότητα, την επικοινωνία. Είναι
σημαντικό που υπάρχετε!!!
|